Οι ΑΠΕ δεν είναι λύση για μία καταναλωτική κοινωνία

Άρθρο του TED TRAINER, Πανεπιστημίου του New South Wales (Αυστραλία)

Ξαφνικά ως κύριο θέμα στις εφημερίδες προβάλλονται η ενέργεια και τα αέρια του θερμοκηπίου. Όλοι γνωρίζουν ότι πρέπει να γίνουν σημαντικά βήματα. Τι βήματα λοιπόν? Προφανώς να στραφούμε σε τεχνολογίες που θα μας απαλλάξουν από τα προβλήματα … χωρίς βέβαια να κινδυνεύσει η οικονομία.
Δύσκολα θα έβρισκε κανείς μια πιο αυτονόητη και αδιαμφισβήτητη υπόθεση από το ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αντικαταστήσουμε τα ορυκτά καύσιμα με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και έτσι η καπιταλιστική καταναλωτική κοινωνία να συνεχίσει χαρούμενη στο δρόμο της ανάπτυξης και της απεριόριστης συσσώρευσης πλούτου. Υπάρχουν όμως βάσιμα επιχειρήματα ότι αυτή η υπόθεση είναι εσφαλμένη. Ακολουθεί μία περίληψη του βιβλίου μου που θα εκδοθεί σύντομα με τίτλο «Οι Ανανεώσιμες ενέργειες δεν μπορούν να συντηρήσουν την καταναλωτική κοινωνία.» [1]
Τα όρια της ανανεώσιμης ενέργειας σπάνια εξετάζονται, ειδικά από αυτούς που ασχολούνται με αυτήν. Οι λόγοι είναι ιδεολογικοί. Κανείς δεν τολμά καν να σκεφτεί ότι οι πηγές αυτές ίσως να μην μπορούν να στηρίξουν τα ολοένα και πιο υψηλά κριτήρια διαβίωσης και την ανεξέλεγκτη οικονομική ανάπτυξη.
Πρέπει κανείς την συζήτηση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να την χωρίσει σε δύο μέρη, το ένα σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και το άλλο με τα υγρά καύσιμα.
1. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Υπάρχουν πολλές ανανεώσιμες πηγές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι τρεις κυριότερες όμως είναι η αιολική, η ηλιακή θερμική και τα φωτοβολταικά .
α) Αιολική Ενέργεια
Η εξέταση αιολικών χαρτών μας δείχνει ότι η ετήσια ποσότητα της διαθέσιμης αιολικής ενέργειας μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζήτηση, το θέμα όμως είναι πόση από την ενέργεια αυτή μπορεί να συλλέξει κανείς λόγω του προβλήματος της μεταβλητότητας δηλαδή ότι μπορεί να φυσάει πολύ ή και καθόλου. Στο παρελθόν πίστευαν ότι για ακριβώς αυτό το λόγο η αιολική ενέργεια μπορεί να καλύψει μέχρι το 25% της ζήτησης. Όμως οι Γερμανοί που έχουν περισσότερες ανεμογεννήτριες από οποιαδήποτε άλλη χώρα και οι Δανοί πού έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή της αιολικής ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρισμού αντιμετωπίζουν πρόβλημα ενσωμάτωσης της αιολικής ενέργειας στο δίκτυο όταν η αιολική ενέργεια καλύπτει μόνο το 5% της ζήτησης[2].
Μια α/γ σε καλή περιοχή μπορεί να λειτουργεί στο 33% της μέγιστης δυναμικότητας της, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει ολόκληρο το αιολικό σύστημα. Ο Sharman αναφέρει ότι ακόμα και στη Δανία το 2003 η μέση παραγωγή του αιολικού συστήματος ήταν 17% της μέγιστης δυναμικότητας και αρκετούς μήνες έπεφτε ακόμα και στο 5%. Η έκθεση E.On Netz για την Γερμανία , τη χώρα με τις περισσότερες ανεμογεννήτριες επίσης αναφέρει ότι 2003 η μέση παραγωγή ήταν 16% της μέγιστης δυναμικότητας και αρκετούς μήνες έπεφτε στο 5%. Να σημειώσουμε εδώ ότι το 2003 θεωρήθηκε καλή χρονιά.
Άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι ότι επειδή μερικές φορές δεν φυσάει καθόλου , σε ένα σύστημα όπου η αιολική ενέργεια καλείται να καλύψει μεγάλο μέρος της ζήτησης, πρέπει να υπάρχει back-up από άλλες πηγές ίση με αυτήν που θα παραγόταν κανονικά από την αιολική ενέργεια. Η έκθεση E.On Netz ανέφερε το ίδιο πρόβλημα που διαπιστώθηκε στην Γερμανία. Άρα άμα φτιάξουμε πολλά αιολικά πάρκα ίσως χρειαστεί να κατασκευάσουμε αντίστοιχο αριθμό πυρηνικών εργοστασίων ή εργοστασίων που λειτουργούν με λιθάνθρακα ή φυσικό αέριο τα οποία θα χρησιμοποιούμε όταν δεν φυσάει. Αυτό σημαίνει ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι απλά εναλλακτικές, δεν μπορούμε να βασιστούμε απόλυτα σε αυτές για να αυξήσουμε την ισχύ της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Ίσως τελικά χρειαστεί να κατασκευάσουμε δύο ή ακόμα και τέσσερα ξεχωριστά συστήματα( αιολικό, φωτοβολταικό, ηλιακό θερμικό και πυρηνικό/λιθανθρακικό) το καθένα από τα οποία θα μπορούσε να καλύψει μεγάλο μέρος ή και όλη την ζήτηση, και ένα μέχρι και τρία από τα συστήματα αυτά να μην είναι συνεχώς σε λειτουργία. Αυτό βεβαίως θα ήταν πολύ ακριβό.
Επίσης, τα δίκτυα μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να επεκταθούν και να ενισχυθούν για να μπορούν να δεχθούν και να διανείμουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που θα παράγονται όταν έχει δυνατούς ανέμους. Τα εργοστάσια λιθάνθρακα ή οι πυρηνικοί αντιδραστήρες δεν αντιμετωπίζουν τέτοιο πρόβλημα. Όλες αυτές λοιπόν οι πρόσθετες δαπάνες θα πρέπει να συνυπολογιστούν για να εκτιμήσουμε το συνολικό κόστος των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Οι Davey and Coppin [3] πραγματοποίησαν μελέτη για το πώς θα ήταν αν υπήρχε σύστημα αιολικών πάρκων σε έκταση 1,500 km στην Νοτιοανατολική Αυστραλία . Ο Coppin επισημαίνει ότι σε αυτή την συγκεκριμένη περιοχή υπάρχει καλύτερο αιολικό δυναμικό από ότι στην Ευρώπη. Η τοποθέτηση ανεμογεννητριών σε όλη αυτή την περιοχή θα μείωνε σημαντικά την μεταβλητότητα/διακύμανση της παραγόμενης ηλεκτρικής ισχύος αλλά παρόλα αυτά αυτή θα παρέμενε και πάλι σε υψηλά επίπεδα. Για ημέρες ολόκληρες μπορεί να είχε άπνοια σε όλη την περιοχή. Η δική μου ερμηνεία του Σχήματος 3 είναι ότι όλο το σύστημα θα παρήγαγε στο 26% της δυναμικότητας του το 30% του χρόνου, ενώ στο 20% του χρόνου θα παράγει στο 20% της δυναμικότητας. Ένα είναι σίγουρο, ότι ένα σύστημα με πολλές ανεμογεννήτριες θα πρέπει να έχει ως back-up ένα άλλο μεγάλο και πολύ αξιόπιστο σύστημα που θα το χρησιμοποιούσαμε για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όταν δεν αποδίδουν οι ανεμογεννήτριες ( και φυσικά θα υπήρχε πάλι σημαντική εκπομπή αερίων των θερμοκηπίων.)
Αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας;
Tα προβλήματα μεταβλητότητας και ενσωμάτωσης στο δίκτυο θα μπορούσαν να ξεπεραστούν εάν ο ηλεκτρισμός μπορούσε να αποθηκευτεί σε μεγάλες ποσότητες. Αυτό δεν μπορεί να γίνει τώρα και ικανοποιητικές λύσεις δεν προβλέπονται. Η καλύτερη επιλογή είναι να χρησιμοποιήσει κανείς την ηλεκτρική ενέργεια για να αντλήσει το νερό σε dcams, και την ηλεκτρική αυτή ενέργεια να την χρησιμοποιήσει αργότερα. Αυτό γίνεται μεν αλλά οι δυνατότητες είναι περιορισμένες. Τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια παράγουν 7-10% της ζητούμενης ηλεκτρικής ενέργειας πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να αυξηθεί η προσφορά σε ηλεκτρική ενέργεια.

β) Φωτοβολταικά συστήματα
Το μεγάλο πρόβλημα με τα φωτοβολταικά είναι ότι και αυτά αποτελούν μία διαλείπουσα πηγή ενέργειας και η πιθανή συνεισφορά τους στο σύστημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα συνεχίσει να είναι περιορισμένη όσο δεν υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσης σε μεγάλη κλίμακα. Όσο και αν πέσει η τιμή τους , δεν αλλάζει το γεγονός ότι για 16 ώρες την ημέρα δεν παράγουν απολύτως τίποτα , όπως επίσης και όταν για ημέρες συνεχόμενες έχει πολλά σύννεφα. Είναι καλό ( αν και ακριβό όταν διοχετεύει το πλεόνασμα από τις στέγες των σπιτιών σε ένα δίκτυο που βασίζεται στον λιγνίτη και όταν αντλεί ηλεκτρική ισχύ από το δίκτυο τη νύχτα. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο όταν λειτουργούν συνεχώς πολλά πυρηνικά ή λιγνιτικά εργοστάσια λειτουργώντας έτσι ως μία τεράστια μπαταρία στην οποία τα φωτοβολταικά συστήματα μπορούν να στείλουν το πλεόνασμά τους.

γ) Ηλιακά θερμικά συστήματα
Μετά την ηλιακή η δεύτερη καλύτερη επιλογή για την Ευρώπη είναι τα ηλιακά θερμικά συστήματα στην περιοχή της Σαχάρας. Θα υπάρχουν βέβαια σημαντικές απώλειες κατά την μεταφορά αλλά το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι ότι αποθηκεύουν την ενέργεια με τη μορφή θερμότητας που παράγει και μεταφέρει θερμότητα όταν υπάρχει ανάγκη. Οι δυνατότητες όμως είναι αβέβαιες και το χειμώνα πολύ περιορισμένες. Τα συστήματα με τάφρο δεν είναι αποτελεσματικά όταν δεν έχει μεγάλη ηλιοφάνεια. Ακόμα και στις καλύτερες τοποθεσίες η παραγωγή τον χειμώνα είναι το 20% της καλοκαιρινής παραγωγής. Η ηλιακή ενέργεια το χειμώνα στη Σαχάρα δεν είναι σημαντική, ίσως είναι 6kWh/m/d προς την Λιβύη και την Αίγυπτο όπως επίσης και σε μία μακρινή περιοχή νότια της Μεσογείου. Μετά τον άνεμο, η δεύτερη καλύτερη επιλογή από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα ήταν εργοστάσια ηλιακής ενέργειας στην έρημο Σαχάρα. Βέβαια θα υπάρχει σημαντική απώλεια κατά την μεταφορά αλλά το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι η ικανότητά τους να αποθηκεύσουν την ενέργεια υπό μορφή θερμότητας και στην συνέχεια να παράγουν και να μεταδώσουν τον ηλεκτρισμό όταν αυτός χρειάζεται. Οι δυνατότητες της μεθόδου αυτής είναι άγνωστες και το χειμώνα σίγουρα περιορισμένες. Τα ηλιακά θερμικά συστήματα με τάφρο δεν αποδίδουν όταν έχει ελάχιστη ηλιοφάνεια.
Ακόμα και στις καλύτερες τοποθεσίες η παραγωγή το χειμώνα είναι μόνο 20% της καλοκαιρινής. Το χειμώνα η εμφάνιση του ήλιου δεν είναι καλή, περίπου 6kWh m/d προς την Λιβύη και την Αίγυπτο και πολύ νότια της Μεσογείου.
Tα ηλιακά θερμικά πιάτα έχουν καλύτερη απόδοση από τις τάφρους τον χειμώνα. Είναι όμως πιο ακριβά και το μεγάλο μειονέκτημα είναι ότι επειδή το κάθε πιάτο ακολουθεί τον ήλιο είναι δύσκολο να μεταφερθεί η θερμότητα μέσω ευέλικτων couplings σε κεντρική γεννήτρια ή αποθήκη. Σε κάθε εστιακό σημείο τοποθετείται Stirling engine generators πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποθήκευση της θερμικής ενέργειας για την μετέπειτα παραγωγή ηλεκτρισμού όταν αυτή απαιτείται. Οι κεντρικοί παραλήπτες ή τα συστήματα πύργου μπορούν μεν να αποθηκεύσουν την θερμική ενέργεια αλλά όπως οι τάφροι έχουν μειωμένη απόδοση τον χειμώνα.
Πιθανόν τα ηλιακά θερμικά συστήματα να εγκαθίστανται μόνο σε πολύ θερμές περιοχές , να χρειάζονται σύνδεση με καλώδια μεταφοράς για να μεταφέρεται η ενέργεια σε μεγάλα κέντρα όπου υπάρχει ζήτηση και να μην αποδίδουν τον χειμώνα.
Να καλύψουμε τα κενά με ορυκτά καύσιμα;
Τα όποια κενά υπάρχουν όταν δεν έχει αέρα ή ήλιο θα μπορούσαν να καλυφθούν με την χρήση άνθρακα χωρίς να αυξηθεί σημαντικά το φαινόμενο του θερμοκηπίου; Δυστυχώς τα κενά είναι πάρα πολύ μεγάλα. Τα σενάρια εκπομπών του IPPC[4] δείχνουν ότι για να διατηρηθεί η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα σε ασφαλές επίπεδο η παγκόσμια κατά κεφαλή χρήση ορυκτών καυσίμων θα πρέπει να πέσει στα 2GT/y. Για τον παγκόσμιο πληθυσμό των 9 δισ. Αυτό σημαίνει ότι η μέση κατά κεφαλή χρήση θα πρέπει να είναι περίπου 11 τόνοι ετησίως. Η ποσότητα αυτή θα παρήγαγε .03ΚW… που ισοδυναμεί με το 3% της κατανάλωσης ηλεκτρισμού στις πλούσιες χώρες.
Συμπεράσματα για τον ηλεκτρισμό;
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσαν να συμμετέχουν στο ενεργειακό μίγμα σε ποσοστό που υπερβαίνει και το 25% σε ορισμένες χώρες αλλά
α) θα πρέπει η ισχύς που εγγυώνται να παράγεται από πυρηνικά ή λιγνιτικά εργοστάσια τα οποία θα χρησιμοποιούνται όταν δεν φυσάει και δεν έχει ηλιοφάνεια και
β) η ποσότητα του λιγνίτη που απαιτείται για την κατάσταση αυτή οδηγεί πάλι στην υπέρβαση των ορίων που έχουν τεθεί για τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου.
Υδρογόνο
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι που καθιστούν πολύ δύσκολη τη δημιουργία μίας οικονομίας που βασίζεται στο υδρογόνο. Αν χρησιμοποιήσεις τον ηλεκτρισμό να παράγεις υδρογόνο χάνεις το 30% της ενέργειας που θα μπορούσε να είχε παραχθεί. Αν στην συνέχεια συμπιέσεις, αντλήσεις, αποθηκεύσεις και επαναχρησιμοποιήσεις το υδρογόνο , οι απώλειες ενέργειας σε κάθε ένα από τα βήματα αυτά θα ήταν τόσο μεγάλες που τελικά μόνο το 25% της αρχικής ενέργειας θα ήταν διαθέσιμο , για να κινήσει π.χ. τους τροχούς ενός αυτοκινήτου που κινείται με κυψέλες υδρογόνου.

2. ΥΓΡΑ ΚΑΥΣΙΜΑ
Οι περιορισμένες πιθανότητες κάλυψης της ζήτησης υγρών καυσίμων με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ακόμα πιο προφανείς από την χρήση τους στην κάλυψη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Θα έπρεπε να παραχθεί σε μεγάλη κλίμακα αιθανόλη από βιομάζα . Η επικρατούσα άποψη των ερευνητών και των διαφόρων φορέων είναι ότι στο μέλλον θα μπορούμε να παράγουμε 7GJ αιθανόλης (μετά την αφαίρεση του κόστους παραγωγής ενέργειας) από κάθε τόνο βιομάζας.[5]
Οι άνθρωποι στις πλούσιες χώρες όπως η Αυστραλία χρησιμοποιούν περίπου 128GJ υγρών καυσίμων (πετρέλαιο και αέριο) το χρόνο. Για να παραχθεί η ίδια ποσότητα από αιθανόλη χρειάζονται 16.3 τόνοι βιομάζας κάθε χρόνο.
Πιθανόν η παραγωγή βιομάζας σε πολύ μεγάλη κλίμακα να φτάσει τους 7 τόνους ανά εκτάριο το χρόνο, που σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θα χρειαζόταν 2,6 εκτάρια γης με βιομάζα για να καλύψει την κατανάλωσή του σε υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο( σε καθαρή αιθανόλη και όχι πρωτοβάθμια ενέργεια. Για να καλυφθούν όμως οι ανάγκες 9+ δις ανθρώπων που θα κατοικούν σύμφωνα με τις προβλέψεις τον πλανήτη μας το 2060 θα χρειαζόμασταν 24 δισεκατομμύρια εκτάρια με φυτείες βιομάζας.
Εδώ υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα… επειδή η συνολική έκταση της γης είναι μόνο 13 δις εκτάρια και η συνολική έκταση δασών ,γεωργικής γης και βοσκοτόπων είναι μόνο περίπου 8 δισεκατομμύρια εκτάρια, στα περισσότερα από τα οποία γίνεται υπερεκμετάλλευση. Ότι υπολογισμούς και αν κάνετε ( ας υποθέσουμε π.χ. ότι θα έχουμε από τις ιτιές που καλλιεργούνται στην Ευρώπη 15 τόνους ανά εκτάριο ανά έτος) θα δείτε ότι είναι εντελώς αδύνατο όλοι οι άνθρωποι στο πλανήτη αν αποκτήσουν τις συνήθειες των πλουσίων χωρών να καταφέρουν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε υγρά καύσιμα από βιομάζα.

3. Η ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Όλες οι παραπάνω αναφορές δείχνουν πόσο δύσκολο ή και αδύνατο είναι να καλύψει κανείς την παρούσα ζήτηση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτό όμως δεν είναι το βασικό πρόβλημα στην αξιολόγηση της ενέργειας που χρειάζεται η καταναλωτική-καπιταλιστική κοινωνία. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι ανανεώσιμες πηγές μπορούν να καλύψουν την μελλοντική ζήτηση ενέργειας σε μια κοινωνία που επιμένει τυφλά και με πάθος να βελτιώνει συνεχώς το επίπεδο διαβίωσης και την οικονομική παραγωγή. Αυτή η εμμονή είναι παράλογη όπως εύκολα καταδεικνύεται.
Eαν 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι ήταν να υιοθετήσουν τα καταναλωτικά πρότυπα που υπάρχουν στις πλούσιες χώρες το 2070 δεδομένης της ετήσιας ανάπτυξης του 3% τότε η συνολική παγκόσμια οικονομική παραγωγή θα ήταν 60 φορές μεγαλύτερη από ότι είναι τώρα!
Αυτό όμως που δεν αναγνωρίζεται είναι ότι οι ο τρόπος που ζούμε στον πλούσιο κόσμο έχει οδηγήσει σε υπερβάσεις και δεν είναι βιώσιμος. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται σε βάσιμα επιχειρήματα. Το κυριότερο επιχείρημα που αφορά στα αέρια του θερμοκηπίου έχει ήδη περιγραφεί. Το θέμα του ‘αποτυπώματος’ αποτελεί άλλο. Η παραγωγική γη που χρειάζεται ένας Αυστραλός είναι πάνω από 7 εκτάρια. Στην Αμερική χρειάζονται 12 εκτάρια για κάθε άτομο. Όμως η γη που υπάρχει για κάθε άνθρωπο σε ολόκληρο τον πλανήτη είναι 1,3 εκτάρια και όταν ο πληθυσμός της γης αγγίξει τα 9 δισεκατομμύρια θα είναι 0,8 εκτάρια. Με άλλα λόγια το αποτύπωμα των Αυστραλών είναι 10 φορές μεγαλύτερο από το μέσο αποτύπωμα του παγκόσμιου πληθυσμού και στο μέλλον θα είναι πολλαπλάσιο(πάνω από 30 φορές ).
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι τα προβλήματα δεν λύνονται αν δεν υπάρχουν πολύ μεγάλες μειώσεις στην βιομηχανική/εμπορική παραγωγή και κατανάλωση μέχρι και στο 10% των υφιστάμενων επιπέδων. Δεν υπάρχουν λογικές εξηγήσεις με τη χρήση της τεχνολογικής προόδου , της εξοικονόμησης ενέργειας που θα μας έπειθαν ότι τα προβλήματα θα λύνονταν χωρίς να κινηθούμε προς μία οικονομία με μηδενική ανάπτυξη.
Στο Κεφάλαιο 10 Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ισχυρίζομαι ότι δεν μπορούμε να λύσουμε τα τεράστια παγκόσμια προβλήματα εάν δεν εγκαταλείψουμε το στόχο της ευμάρειας και της ανάπτυξης. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να συντηρούμε την καταναλωτική καπιταλιστική κοινωνία γιατί ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος θα ήταν ανυπολόγιστος και θα εξαντλούνταν οι φυσικοί πόροι. Δεν είναι δυνατόν όλος ο παγκόσμιος πληθυσμός να γίνει τόσο καταναλωτικός.
Η καταναλωτική καπιταλιστική κοινωνία είναι πολύ άδικη. Επιβάλλει ένα σύστημα αγοράς που παραδίδει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές των πλουσίων χωρών. Η οικονομία της αγοράς αναπόφευκτα προσανατολίζει την παραγωγική ικανότητα του Τρίτου Κόσμου προς την κάλυψη των αναγκών των πλουσίων και όχι τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων , της κοινωνίας και των μελλοντικών γενεών. Είναι βέβαιο ότι τα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου δεν θα λυθούν αν δεν σταματήσουν οι πλούσιες χώρες να κλέβουν τους πόρους του πλανήτη. Όπως είχε πει κάποτε ο Γκάντι < Οι πλούσιοι πρέπει να ζήσουν πιο απλά έτσι ώστε οι φτωχοί απλά να ζήσουν >. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό όσο η κοινωνία επιμένει στον πλούτο και στην ανάπτυξη. Για λόγους όμως δικαιοσύνης αλλά και αιφορίς καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι τα προβλήματα δεν θα λυθούν αν υπάρξουν μεγάλες και ριζικές αλλαγές στο σύστημα.
Κατά την άποψη μου ο βασικός παράγοντας που καθόρισε την πορεία της Δύσης τα τελευταία εκατό χρόνια και θα συνεχίσει να την καθορίζει και στο άμεσο μέλλον είναι οι έλλειψη ή όχι πόρων. Η καταναλωτική κοινωνία αναπτύχθηκε ραγδαία μετά το 1945 χάρη στο άφθονο φθηνό πετρέλαιο. Τώρα μάλλον η διαθεσιμότητα πετρελαίου έχει φτάσει στα ανώτατα δυνατά επίπεδα και βαδίζουμε προς μία απότομη πτώση της πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει σε καταστροφή. Κάποιοι πιστεύουν ότι τις επόμενες δεκαετίες μπορεί να πεθάνουν 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι (Βλέπε την ιστοσελίδα www.dieoff.com). Περίπου 480 εκατομμύρια άνθρωποι τρέφονται με τρόφιμα που ποτίζονται με νερό από πετρελαιοκίνητες αντλίες.
Έτσι όταν μιλάμε για εναλλακτικούς τρόπους θα πρέπει να εστιάσουμε στον παράγοντα της στενότητας των πόρων γιατί έχει σημαντικές επιπτώσεις σε πολλές κοινωνιολογικές και φιλοσοφικές συζητήσεις. Παραδείγματος χάρη μία καλή και σωστή κοινωνία δεν μπορεί να βασίζεται στον πλούτο. Τόσο οι Μαρξιστές όσο και οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς κάνουν λάθος. Η παγκοσμιοποίηση πρέπει να σταματήσει. Η βιομηχανοποίηση δεν είναι το μέλλον( οι μικρές βιοτεχνίες οικογενειακού τύπου θα έπρεπε να γίνει ο κύριος τρόπος παραγωγής).Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι οικισμοί για να είναι βιώσιμοι σε μία εποχή όπου οι εναπομείναντες πόροι είναι λίγοι θα πρέπει να λειτουργούν βάσει αναρχικών αρχών, δηλαδή για να μπορέσουν να καλύψουν τις ανάγκες τους από τοπικούς πόρους μέσω συστημάτων που ελέγχουν οι ίδιοι θα πρέπει να υπάρχει ισότητα και συμμετοχή όλων.

4. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ;
Η μόνη διέξοδος από αυτή την ανησυχητική και ραγδαία επιδεινούμενη κατάσταση είναι να κινηθούμε προς έναν πιο απλό δρόμο[6], τον οποίο περιγράφω λεπτομερώς στο Κεφάλαιο 11 του βιβλίου μου Ανανεώσιμη Ενέργεια. Αυτός θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει ένα καλό αλλά όχι υπερπολυτελές επίπεδο ζωής και κυρίως μικρές με μεγάλο βαθμό αυτάρκειας τοπικές οικονομίες. Τα οικονομικά συστήματα θα πρέπει να υπόκεινται σε κοινωνικό έλεγχο , να μην υποκινούνται από τις δυνάμεις της αγοράς ή το κίνητρο του κέρδους και τα συστήματα που υπάρχουν να προάγουν την συμμετοχή και την συνεργασία. Σίγουρα τόσο ριζικές αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν εάν δεν αλλάξουν οι αξίες και η θεώρηση του κόσμου. Πρέπει να εγκαταλείψουμε κάποια από τα βασικά στοιχεία που απαρτίζουν τον Δυτικό Πολιτισμό που αφορούν τον ανταγωνισμό και την δίψα κατάκτησης που έχει το άτομο.
Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι δεν έχουμε την εξυπνάδα ούτε την βούληση να δεχτούμε να γίνουν αλλαγές τέτοιου μεγέθους , ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι αυτές δεν είναι στην ατζέντα των επίσημων ή δημόσιων συζητήσεων. Ενας βασικός λόγος που έχουν μείνει εκτός ατζέντας είναι η υπόθεση που όλοι θέλουν να πιστέψουν ,ότι δηλαδή οι ανανεώσιμες πηγές μπορούν να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα και έτσι να συντηρήσουν την καπιταλιστική-καταναλωτική κοινωνία.
________________________________________
[1] See Ted Trainer, Renewable Energy Cannot Sustain Consumer Society, (Springer, 2007). [2] Sharman, H.: 2005, ‘The dash for wind; West Denmark’s experience and UK energy aspirations’. www.glebemountaingroup.org/Articles/DanishLessons.pdf, E.On Netz: 2005, Wind Report 2005, http://www.eon-netz.com [3] Davy, R. and Coppin, P.: 2003, South East Australian Wind Power Study, Wind Energy Research Unit, CSIRO, Canberra, Australia. [4] See for instance, Enting, I., Wigley, T., and Heimann, M., 1994, Future emissions and concentrations of carbon dioxide; Key ocean/atmosphere/land analyses, Technical Paper, CSIRO Division of Atmospheric Research, 31, Melbourne. [5] Fulton, L.: 2004, Biofuels For Transport; An International Perspective, International Energy Agency. [6] For more detailed information on these themes, especially the nature of The Simpler Way, see http://socialwork.arts.unsw.edu.au/tsw/
The International Journal of INCLUSIVE DEMOCRACY, vol.4, no.2, (April 2008) ________________________________________
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε την 25/03/2009 στις 09:53 και έχει αρχειοθετηθεί ώς Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, Κόσμος με ετικέτες Ted Trainer. Μπορείτε να παρακολουθήσετε τυχόν νέες απαντήσεις χρησιμοποιώντας το feed RSS 2.0 Μπορείτε να αφήσετε μια απάντηση, ή ένα trackback από την δικιά σας σελίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: